Στη Διαπασών

Ο Δημήτρης Κάσσαρης γράφει και παρουσιάζει το βιβλίο "Στη διαπασών", του συγγραφέα Βασίλη Παπαθεοδώρου, εκδ.Καστανιώτης.


diapasonΟ συγγραφέας Βασίλης Παπαθεοδώρου, με γλώσσα άμεση, εισχωρεί στον δύσκολο κόσμο του ψυχισμού των εφήβων, κυρίως εκείνων που δεν ευνοήθηκαν από την τύχη να μεγαλώνουν μέσα στην προστατευτική φωλιά μιας συνηθισμένης αστικής οικογένειας. Όπως διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου, που κυκλοφόρησε το 2009 στη σειρά «Γέφυρες, λογοτεχνία για νέους» από τις εκδόσεις Καστανιώτη, προτρέπει τα παιδιά και τους νέους να έχουν κριτική ματιά απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις.

Ο έφηβος Θανάσης, οργισμένος με όλους και με όλα, παθιασμένος και εγκαταλειμμένος, μισός άνθρωπος από την έλλειψη μιας βάσης, όπως η οικογένεια και το πατρικό χέρι να τον στέργει, μεγαλώνει με μια αδύναμη και άβουλη μάννα, μοδίστρα, που αγωνίζεται για να τους συντηρήσει μαζί με τα μικρότερα αδέρφια του και έναν αλκοολικό, άξεστο πατριό... «Σηκώνομαι και πάω στην κουζίνα να φτιάξω το φραπέ μου, προσπαθώντας να αποφύγω τον Τάκη. Το θέαμα και μόνο ενός άπλυτου, τσιμπλιάρη, φωνακλά χοντρού είναι η χειρότερη εικόνα που θα μπορούσα να έχω για το πρωί της Κυριακής.»

Ο βραβευμένος συγγραφέας με το Κρατικό βραβείο και το βραβείο του περιοδικού Διαβάζω το 2008, και δύο φορές από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού βιβλίου (Ibby Greece) ξετυλίγοντας την ιστορία ενός αγοριού, το ακολουθεί στο ταξίδι του εαυτού του που σαν σύγχρονος Οδυσσέας παλεύει να δρασκελίσει τα εμπόδια. Σαν αόρατος άγγελος περπατάει δίπλα του όπως και στις στιγμές μαζί με την παρέα του, τους δυο κολλητούς του. Χώνεται μαζί τους σε ύποπτα στέκια - φυτώρια ζύμωσης του υποκόσμου - αναπαράγει το λεξιλόγιο και επισημαίνει τα κίνητρα πίσω από τις πράξεις τους. Με ίσες δόσεις χιούμορ και ρεαλισμού σκιαγραφεί ρεμάλια και λούμπεν πρόσωπα που εμπλέκονται γύρω από τον νεαρό Θανάση, έναν πραγματικό έφηβο-ήρωα της εποχής μας όπως τόσοι και τόσοι έφηβοι-ήρωες Θανάσηδες που ζητούν νόημα και σκοπό, κάπου να πιστέψουν, αλλά δεν βοηθιούνται και ας τους βλέπουμε γύρω μας.

Ο νέος ακολουθεί τους κολλητούς του φίλους «… όπως κάθε Δευτέρα, με τα μηχανάκια τους για να πάνε σχολείο. Όπου βέβαια σχολείο είναι η καφετέρια, καμιά δεκαριά λεπτά πιο κάτω». Τους ακολουθεί στο γήπεδο όπου πηγαίνουν για εκτόνωση «Είχαμε ξεκολλήσει τα καθίσματα και τα πετάγαμε όπου βρίσκαμε», συμμετέχοντας και σε ενέργειες bulling κατά αλλοδαπών συνομηλίκων του « Από μπροστά μας πέρασε μια παρέα παιδιών με ρούχα της παρέλασης. Ήταν Ρώσοι, Αλβανοί, Ουκρανοί, κι εγώ δεν ξέρω τι. Ήταν πάντως ξένοι… και ξαφνικά όλοι τους χίμηξαν στο δρόμο κι έπεσαν πάνω στα παιδιά». Ακόμα και σε βαρετά πάρτι σέρνονται όπου κανείς δεν μιλάει σε κανέναν, δεν φλερτάρουν, δεν χορεύουν ενώ στη συνέχεια ο δεκαεφτάχρονος ήρωας μπλέκεται σε μια ρατσιστική οργάνωση κάτω από μια δήθεν ιδεολογία «…ορμήστε να διαλύσετε το σάπιο σύστημα», όπου ληστεύουν ηλικιωμένους συνταξιούχους, σκορπούν τον τρόμο και ο νέος φτάνει ακόμα να πασάρει φακελάκια με χάπια σε πελάτες.

Ώσπου συγκλονίζεται όταν μέσα από τον ίδιο τον κύκλο του μαθαίνει αυτό που γνώριζαν όλοι εκτός από τον ίδιο: ότι ο πραγματικός πατέρας του, που ποτέ δεν γνώρισε και η μάνα του είχε πει ότι είχε πεθάνει, ζούσε κοντά στο σπίτι τους « Η πραγματική και η υποθετική ζωή μου μέσα σε λίγα οικοδομικά τετράγωνα! Φοβερό!»

Ο λόγος του Παπαθεοδώρου γυρνάει σαν δίσκος βινιλίου σε πικάπ και αναπτύσσεται πότε σαν ξέφρενος ρυθμός των Rolling Stones όπου ο οργισμένος έφηβος «τα σπάει» και πότε σαν αστική μπαλάντα της Celine Dion. Ο ευρηματικός τρόπος παρουσίασης των κεφαλαίων με τους rock αγγλόφωνους τίτλους, αντιπροσωπευτικούς σε περιόδους της ζωής του ήρωα… “The house of the rising sun” , “I don’t like Mondays”, “We will rock you”, “Born to be wild”, κ.ά. και οι δύο τίτλοι ελαφρολαϊκών που, αφορούν όχι τυχαία, τους γονείς του, ξετυλίγεται σαν μουσικό παιχνίδι όπου διαβάζεις με μουσική υπόκρουση πάνω από τα γράμματα νοερά ή γιατί όχι, ακούγοντας παράλληλα τα ίδια τα κομμάτια. Φαντάζομαι τον ίδιο τον συγγραφέα όταν έγραφε ετούτες τις σελίδες εμπνεόμενος από τους στίχους και το διαφορετικό ύφος των κομματιών.

Εδώ όμως θέλω να σταθώ στο συγκινητικό και πολύ ανθρώπινο κεφάλαιο “Perfect day”, και στη συνέχεια του. Κατά τη γνώμη μου, εδώ είναι το αποκορύφωμα του βιβλίου όπου το ταλαιπωρημένο από όλες τις απόψεις αγόρι, γνωρίζει ότι υπάρχει και μια άλλη πλευρά της ζωής, σαν τέλεια μέρα, και καμιά σχέση δεν έχει με εκείνη τη ζωή που είχε ζήσει ως τώρα. « Σας συμβουλεύω λοιπόν:… πάρτε το πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ και πηγαίνετε στον παππού και στη γιαγιά στο χωριό, ας πούμε σε ένα χωριό της ορεινής Κορινθίας. Αρκεί να έχετε παππού και γιαγιά και να ζούνε σε χωριό. Η αίσθηση είναι τέλεια».

Το δεκαεφτάχρονο χαμένο αγόρι, μέσα σε όλη αυτή τη δύνη που το τραβάει προς τα κάτω, δίχως πίστη στον εαυτό του, ούτε ίχνος αυτοεκτίμησης, μόνο με τη συνείδησή του να λειτουργεί ερήμην του, στο τέλος τα καταφέρνει. Με συμπαραστάτη την φίλη του Λουίζα, το μοναδικό άτομο που πίστεψε από την αρχή σε έναν άλλον Θανάση, σε έναν εαυτό βαθιά κρυμμένο, που δεν είχε παρά να τον ανασύρει στην επιφάνεια και να τον αναδείξει, γίνεται νικητής του εαυτού του «…και τα κωλόπαιδα δικαιούνται έναν wonderful world…» Γιατί από μια χαραμάδα μέσα του, μια ηλιαχτίδα γύρευε άνοιγμα για να γίνει ήλιος. Αποφασίζοντας όχι να ζει για τους άλλους, αλλά να είναι ο ίδιος «το θέλω και η αλήθεια του». Δηλαδή ο εαυτός του.

Ένα βιβλίο που διαβάζεται στη διαπασών, τρυφερό και σκληρό όπως και η εφηβεία.

Αθήνα, Νοέμβριος 2015

*Το κείμενο παρουσιάστηκε με επιμέλεια της εκπαιδευτικού Πάττυ Παπαδήμου στην Λογοτεχνική Σελίδα "Μαγικός Κόσμος του Παιδικού Βιβλίου"-Παραμυθένιες Βόλτες

porn Porn